[λεξικό] Πρωθύστερος (ο),

» » λεξικο, πρωθυστερος, μιλαν, ακουστηκε
λεξικο, πρωθυστερος, μιλαν, ακουστηκε
« [λεξικό] Πρωθύστερος (ο), »
αυτός που προτάσσεται, ενώ θα έπρεπε να έπεται. Επί δύο εβδομάδες μετά την ήττα της Μπαρτσελόνα από τη Μίλαν και τι δεν ακούστηκε και τι δεν γράφτηκε σε διαδικτυακό ή έντυπο Τύπο. Μας αρέσει η υπερβολή, είναι η αλήθεια, και μια δόση υπερβολής δρα σαν αγχολυτικό στην καθημερινότητά μας. Τι ότι τέλειωσε η Μπάρτσα ακούστηκε, τι ότι ο κύκλος...
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο »
Αναζητήσεις
- πρωθύστερη λεξικό
- πρωθυστερος
Λεξικό των Δυσκολιών και των Λαθών στη χρήση της Eλληνικής του Γ. Mπαμπινιώτη
Τουρκία: Το πρώτο τουρκο-κουρδικό λεξικό
Λεξικό δυσκολιών και λαθών της ελληνικής από τον μαθητή της γλώσσας Γιώργο Μπαμπινιώτη
Το νέο λεξικό του Γιώργου Μπαμπινιώτη
LIVE Κολοσσός Ρόδου - Παναθηναϊκός
LIVE: Λεπτό προς λεπτό το Παναθηναϊκός - Τουρόβ
ΕΡΓΟΤΕΛΗΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ σε live streaming
Θρήνος για Αφελάι
ΑΕΚ - Πανιώνιος (LIVE)
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ